Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016





ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΑΝΗΣ
«Η δύσκολη περιοχή του Αγέλαστου σώματος»
Γιατί αληθινά, Κύριε, η καλύτερη μαρτυρία
Που μπορούμε να δώσουμε για τον αυτοσεβασμό μας,
Είναι αυτός ο αψύς λυγμός που κυλά απο γενιά σε γενιά
Κι έρχεται να σβήσει στην όχθη της αιωνιότητάς Σου!
Κάρολος Μπωντλαίρ
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ,
ΓΙΑ ΤΟ «ΑΓΕΛΑΣΤΟ ΣΩΜΑ»
Τα «Λαζαράκια» παρουσιάστηκαν στο Ηράκλειο της Κρήτης, το Σάββατο του Λαζάρου το 2013 για πρώτη φορά και δεύτερη στην Αθήνα, την επόμενη χρονιά 2014 την ίδια μέρα στον χώρο τέχνης Τεχνοχώρο, παρουσιάζοντας σε εξέλιξη αυτή τη φορά την δύσκολη περιοχή του «Αγέλαστου σώματος». 
Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας μελέτησα την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη, στη ραψωδία Νέκυια της Οδύσσειας, κατόπιν, του Θησέα ξεχασμένου στο θρόνο της λήθης, της σύλληψης του Κέρβερου από τον Ηρακλή, και του απείθαρχου Ορφέα και ολοκλήρωσα με μια Χριστιανική εκδοχή. Αυτήν του Λαζάρου, που όλοι γνωρίζουμε ότι σηματοδοτεί την επιστροφή και την έννοια της Αναστάσεως. Αυτές οι συμβολικές εικόνες, τα ψυχικά συμπλέγματα απωθημένα στο βάθος μιας περιοχής του ασυνείδητου που από την παιδική ηλικία έρχονται να συμπληρώσουν αυτό που θα λέγαμε ενδιάμεσος χώρος της θεματολογικής προσέγγισης, ορίζουν μια επιστροφή από την φαντασία, στην εσωτερική αλήθεια και την αγέλαστη πλευρά της. Όλα τα διαβάσματα είχαν ένα κοινό τόπο. Εάν κάποιος επέστρεφε από τον «άλλο κόσμο», τί συμπεράσματα θα κόμιζε σ’ εμάς και ποιά ήταν αυτά που ο Λάζαρος κράτησε σιωπηλός και αγέλαστος στην υπόλοιπη ζωή του, μετά την εμπειρία του με τις χθόνιες, σκοτεινές δυνάμεις.
Ένας επιπρόσθετος λόγος που το θέμα είχε ενδιαφέρον για μένα, ήταν η Ελληνικότητά του. Μια παράδοση ετών με κάλαντα που τραγουδιώνται ακόμα και στις μέρες μας, σε πολλά μέρη της Ελλάδας, μαζί με τα ψωμάκια σε σχήμα μικρών παιδιών που προσφέρονται το Σάββατο του Λαζάρου με την ευχή: «φάτε λαζαράκια νά ’χετε ψωμάκι στο σπίτι σας όλη τη χρονιά». Έτσι, στήθηκαν τα events, με τα έργα να κρέμονται στους τοίχους και δεκάδες ψωμάκια να μοιράζονται στους επισκέπτες (αντι-δώρου) ανταλλάσσοντας ευχές. Η χαρμόσυνη αυτή ατμόσφαιρα είχε ουσιαστικά διηθήσει την πνιγηρή εικονογράφηση του μαύρου αυτού θέματος «ξορκίζοντας» μακριά το «κακό».
Στο εικαστικό μέρος, η αποδομημένη εικόνα του σώματος της Σταύρωσης, κάποιες φορές σε κατακόρυφη θέση με τα σπλάγχνα να διαγράφονται, με καρδιά παλλόμενη και την τραγικότητα να αναβλύζει στο κόκκινο χρώμα, συνθέσανε ένα τοπίο μελαγχολικής γλυκύτητας. Τα φασκιωμένα μωρά, τα «Λαζαράκια», άλλοτε παρακολουθούν εκστατικά τα δρώμενα με έντονη την εσωτερική τους ασφυξία, κάποιες φορές σε απόλυτη μοναχικότητα, λες και συνειδητοποιούν το φιλοσοφικό ζητούμενο της ύπαρξης. 
Τα «Αγέλαστα σώματα», σαν εφήμερη δράση, παρουσιάζουν τον εσωτερικό τους πλασματικό κόσμο συχνά καταγεγραμμένο από στίχους διαφόρων ποιητών, (Δάντης, Άγρας, Λαπαθιώτης) σπαράγματα των ημερολογίων του Κάφκα και αρκετές βιωματικές υπενθυμίσεις, ιδέες, αριθμούς τηλεφώνων, ονόματα φαρμάκων, χίλια δυό που σημειώνουμε σε χαρτάκια. Διαφορετικές εκδοχές της ιδέας έρχονται να ολοκληρώσουν ένα σύνολο από ανθρώπινες παθήσεις, σώματα σε πτώση, άκαμπτες προσωπικότητες που δεν χώρεσαν μέσα τους το γέλιο, καθημερινοί άνθρωποι στον οριακό τους βίο.
Αρκετοί από τους πίνακες αφορούν προσωπικά βιώματα, που αποδίδονται συνήθως με παραβολικό τρόπο, διατηρώντας παρ’ όλ’ αυτά περιγραφικότητα και αυτοσαρκασμό. Κάποιες άλλες φορές, αναζητώντας λύσεις στις διαχειριστικές δυσκολίες του θέματος δανειζόμενος το χιούμορ σαν την μοναδική απάντηση στις ανθρώπινες αδυναμίες, δόθηκαν με σχεδόν γελοιογραφική παραμόρφωση στην δομή του έργου.
Οι συμβολισμοί εδώ παίρνουν τον κύριο ρόλο. Τα αινιγματικά «Σιαμαία», η «Λαζαριάδα», το «Ψυχολογικό οίδημα» και άλλα φέρνουν με ειλικρίνεια στο προσκήνιο, το κοινό μεταφυσικό ερώτημα του θανάτου, ερώτημα που κάποια στιγμή θα απαντήσει ο καθένας, μέσα από την φιλοσοφική του θεώρηση «με τέχνη και ευγένεια ενδύναμος απο την θεϊκή παρουσία και την ανθρώπινη αγάπη», μια τολμηρή προσωπική φωνή ή μια καθαρά ποιητική προσέγγιση, μέχρι την κατάκτηση της πνευματικής ελευθερίας μια συνεχής εικαστική δουλειά, δίχως τέλος, που όπως λέει και ο Φ. Κάφκα «η δουλειά κλείνει όπως μπορεί να κλείσει μια πληγή που δεν έχει γιατρευτεί».
Δημήτρης Τζάνης> http://agelastosoma.blogspot.gr